Ρόδος: Ο μαύρος που δόξασαν τα γήπεδα και ερωτεύτηκαν οι γυναίκες

thumb_640

Η ζωή του ποδοσφαιριστή Παναγιώτη Σωτηρόπουλου, είναι απ΄ αυτές που περιγράφουν τα βιβλία και δείχνουν οι ταινίες. Πού ξέρεις, μπορεί να γίνει κι αυτό! 


Γήπεδα και γκολ, χειροκρότημα και χαμένες ευκαιρίες να ανέβει κι άλλο, χαμένοι πατεράδες και μανάδες που τον απαρνήθηκαν και τον άφησαν να μεγαλώσει στα χέρια του ιστορικού Μπαμπούλα που του είχε μεγάλη αγάπη, και αναζητήσεις, φώτα, προβολείς, διαφημίσεις που τον έκαναν πασίγνωστο, διάσημα μοντέλα που τον ερωτεύτηκαν και γυναίκες από παντού στον κόσμο που τον λάτρεψαν στη disco Mike΄ς και τον έψαχναν χρόνια μετά, μέχρι και σήμερα…
Μια ζωή σαν παραμύθι που έφυγε και χάθηκε, αφήνοντάς του την κόρη του, τη μόνη σταθερά στη ζωή του. Έτσι είναι άλλωστε αυτές οι μεγάλες ζωές! 

Έντονη ζωή έζησες! Είχε απ΄ όλα, στο πολύ!
Το Σάββατο τα ξημερώματα πέθανε ο δεύτερός μου μπαμπάς ο Αμερικάνος, που λεγόταν Τζίμη Been Evan. Πέθανε η Αννούλα που με μεγάλωσε, ο Μπαμπούλας που ήταν για μένα πατέρας… Να μην ξέρω ποιοι με κάνανε; Ποιος είναι η μάνα σου, ο πατέρας σου, να σε μεγαλώσουν και να σ΄ αγαπούν άνθρωποι που δεν είχαν κανένα όφελος από σένα, κι όμως… Μετά να σ΄ αγαπήσει ο κόσμος, να σε αποθεώνει στα γήπεδα, οι γυναίκες να ‘ρχονται και να φωνάζουν τ΄ όνομά σου, να ‘ρχονται στην προπόνηση και να λέει ο προπονητής ο κ. Αρχοντίδης: «Παναγιώτη, δεν μπορούμε να κάνουμε προπόνηση έτσι»!


Βλέπω ότι αρχίζεις να μου μιλάς για την ιστορία της ζωής σου με την αναζήτηση των πραγματικών σου γονιών!   
Εγώ γνώρισα τη μάνα μου σε ηλικία 31 χρονών, τον πατέρα μου τον πραγματικό τον γνώρισα σε ηλικία 50 χρονών και πήρα την κόρη μου και πήγα στην Αμερική και τον βρήκα μέσα στο γκέτο που έμενε, στη Φιλαδέλφεια.

Το ήξερε ότι θα πας;
Του το είχα πει, πήγαμε 11 Σεπτέμβρη του 2009. Είπαμε πάρα πολλά για τη Ρόδο που την αγάπησε τόσο πολύ. Είχε έρθει ως ναύτης του Αμερικάνικου Στόλου με το πλοίο το Κούριερ. Και τόσα χρόνια μετά μου τον βρήκε ο Γιάννης Μελάς, ο ερευνητής πολύτιμων λίθων που και ο δικός του πραγματικός πατέρας, αλλά και ο θείος του ήταν στο ίδιο καράβι, το Κούριερ. Αυτός με βοήθησε μέσα σε πέντε μέρες. Ο Γιάννης βρήκε το τηλέφωνο που μπορούσα να μιλήσω στον πατέρα μου.

Τι του είπες εκείνη την πρώτη φορά;
Τον πήρα, του είπα «είμαι ο Παναγιώτης από τη Ρόδο, θέλω να μου πεις όταν ήσουν στη Ρόδο ήσουν με μία που τη λέγαν Φούλα; Κάνατε ένα παιδί μαζί;» «Ναι…», μου λέει! «Εγώ είμαι αυτός, κι έχεις και μία εγγονή 17 ετών…»! Μιλήσαμε πολύ ώρα, έκλαιγε. Του είπα ότι θα πάμε να τον βρούμε το Σεπτέμβρη όπως και έγινε. Μείναμε 20 μέρες, την επόμενη χρονιά το 2010 τον έφερα στη Ρόδο, μετά από 45 χρόνια. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Έχω άλλα τρία αδέλφια στην Αμερική, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι. Τους γνώρισα, ο ένας θα έρθει φέτος το καλοκαίρι μαζί με την ανιψιά μου. Πέθανε ο πατέρας μου το Σάββατο τη νύχτα, ήταν 86 χρονών πια. Ήθελα να δω ποιοι με κάνανε. Απέκτησα τρία αδέλφια από τον πατέρα μου και δύο αδέλφια από τη μάνα μου!

Τη μάνα σου πότε τη γνώρισες;
Τη γνώρισα το 1991, άλλοι με μεγάλωσαν. Εγώ γεννήθηκα 25 Ιουνίου του 1959, τότε η μάνα μου δούλευε στου Μπαμπούλα. Το μαγαζί γινόταν καμπαρέ όταν ερχόταν ο Αμερικάνικος Στόλος και την άλλη περίοδο ήταν μπουζουξίδικο. Η μάνα μου η Φούλα δούλευε στην κουζίνα, εκεί γνώρισε τον πατέρα μου, κάνανε σχέση, έμειναν μαζί. Μετά εκείνος έφυγε. Όταν η μάνα μου χαριτολογώντας είπε στον Κώστα Οικονομάκη, με το παρατσούκλι Μπαμπούλα: «Κώστα, θα σου αφήσω το παιδί να το προσέχεις…», εκείνος της είπε αμέσως «ναι»! Παρότι είχε τέσσερα δικά του παιδιά. Εμένα με άφησε η μάνα μου χωρίς δικαστική πράξη. Η μάνα μου παντρεύτηκε έναν λευκό, έκανε ένα κορίτσι μαζί του και φύγαν στην Αμερική γιατί αυτός ήταν δάσκαλος, δούλευε κι αυτός στον Aμερικάνικο Στόλο, δίδασκε στα παιδιά των ναυτών. Παντρεύτηκε κι έφυγε στην Αμερική. Εκεί έκανε ένα ακόμη κορίτσι.

Εσένα σε έψαξε ποτέ;
Αραιά και πού ερχόταν και μ΄ έβλεπε στα κρυφά όπως μου είπε, χωρίς να έχει τη δύναμη να έρθει να μου μιλήσει γιατί το σόι του άντρα της ήταν Γερμανοί, θα υπήρχε πρόβλημα που είχε ένα εξώγαμο μαύρο παιδί που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει στους Γερμανούς που ήταν τα πεθερικά της. Κάποτε που βρισκόταν στη Ρόδο έμαθε ότι ξέρω κι εγώ πως υπάρχει και είναι στη Ρόδο. Εκείνο το διάστημα απέφυγε να με δει, κι έφυγε στην Αμερική. Μετά από έξι μήνες ξανάρθε για να με γνωρίσει. Ήμουν 31 χρονών, ήμουν στα γήπεδα, έκανα τη ζωή που έκανα και γνώρισα τη μάνα μου.

Τι της είπες, τη ρώτησες γιατί σε άφησε;
Πήγε να μου δικαιολογηθεί ότι μόνη μια γυναίκα με εξώγαμο παιδί όλοι θα ήθελαν να την εκμεταλλευτούν. Της δόθηκε η ευκαιρία να ξεφύγει, να φτιάξει τη ζωή της με αυτό τον Αμερικάνο και να φύγει στην Αμερική. Μου δικαιολογήθηκε, κι εγώ την κατάλαβα. Ήταν πολύ ωραία γυναίκα η μάνα μου, θα ήταν δύσκολο για εκείνην αν έμενε. Της είπα «έκανες κάτι που για σένα ήταν σωστό, τουλάχιστον τώρα ξέρω ποια με έκανε, σε βρήκα»…  Έφυγε στην Αμερική και γύρισε με τις αδελφές μου. Κατάλαβε πόσο σημαντικό ήταν για μένα. Ήμουνα μόνος και ξαφνικά βρέθηκα με δύο οικογένειες στην Αμερική, κι εδώ την οικογένεια Μπαμπούλα που το ξέραν όλοι ότι με ανάθρεψε και μ΄ έκανε άνθρωπο και τους χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη για ό,τι είμαι μέχρι σήμερα.

Είναι γνωστό ότι σ΄ αγαπούσε πολύ ο Μπαμπούλας, και τον αγαπούσες κι εσύ!
Το σημαντικό είναι πως όταν παίζαμε μπάλα στα Τριάντα με τον Διαγόρα Ρόδου και παίζαμε εκεί γιατί το γήπεδο το δικό του το φτιάχνανε χόρτο, εκείνη την Κυριακή που παίζαμε με τον Διαγόρα Αιγάλεω, λέει στη γυναίκα του, που τη λέω μάνα μου εγώ με όλη μου την καρδιά, την Αννούλα και στην αδελφή μου τη Νίκη «να ετοιμάσεις τα παιδιά την Κυριακή να πάμε να δούμε τον Παναγιώτη, να τον δούμε να παίζει μπάλα γιατί δεν τον έχω δει ποτέ».  Δεν του κανε το χατίρι ο Θεός, πέθανε, Σάββατο βράδυ έπαθε έμφραγμα ξαφνικά, αργά το βράδυ. Κι όμως σ΄ εκείνο το παιχνίδι εγώ έπαιξα γιατί πίστευα ότι είναι στην εξέδρα και με βλέπει. Αυτό ήταν το παράπονό μου, που δεν είχε καταφέρει να ΄ρθει μέχρι τότε. Θαρρείς και είχε καταλάβει ότι θα πεθάνει και γι αυτό ήθελε να ρθει.

Πως ήταν ο Μπαμπούλας με το όνομα, μια ιστορία ολόκληρη για τη Ρόδο ο άνθρωπος αυτός!
Είχε μια πλούσια καρδιά που την έδινε σε όλους όσοι του ζητούσαν κάτι. Το μαγαζί το άνοιξε μετά τον πόλεμο, ήταν αριστερός και είχε κάνει στη Γυάρο εξορία. Ήτανε τρία μαγαζιά εκεί μέσα στη θάλασσα, στην Ακαντιά. Οι παλιοί τα ξέρουν. Ήταν καλή κι η μάνα μου η Αννούλα, ποτέ δεν με ξεχώρισε.

Ποδόσφαιρο πότε ξεκίνησες να παίζεις;
Ξεκίνησα να παίζω μπαλίτσα στο Καζούλειο, στην αλάνα, εκεί που είναι τα μπάσκετ τώρα. Πήγα στον Διγενή Κοσκινού σαν ταλεντάκι, κι έπαιξα τέσσερα χρόνια. Ο Παναγιώτης ο Ρίζος ο προπονητής μ΄ έλεγε «μαύρο διαμάντι». Από το Διγενή το 1978 πήγα στο Διαγόρα, κι έπαιξα βασικός παίκτης από το 1978 μέχρι το 2000 και γνώρισα όλες τις δόξες του Διαγόρα και τις λύπες του, αλλά ποτέ δεν μετανιώνω γιατί ο Διαγόρας είναι ένα κομμάτι από τη ζωή μου, η δεύτερη οικογένειά μου, κι ένα καλό σχολείο γιατί εκεί απ΄ ό,τι γινόταν δεν έβγαινε έξω τίποτα, γι αυτό μας φωνάζανε «Εβραίους».

Την 1η χρονιά που ο Διαγόρας ανέβηκε στην Α’ εθνική κατηγορία (1986-1987)

Την 1η χρονιά που ο Διαγόρας ανέβηκε στην Α’ εθνική κατηγορία (1986-1987)

Έπαιζες στα μεγαλύτερα γήπεδα με τους καλύτερους παίκτες!
Καραϊσκάκη, Λεωφόρο, Τούμπα, Φιλαδέλφεια, Ολυμπιακό  Στάδιο με αντιπάλους τον Σαραβάκο, τον Ρότσα, το Λάγιος Ντέταρι, τον Σαβέβσκι, τον μεγάλο Θωμά Μαύρο, τον Καραπιάλη, τον Σκαρτάδο με τον οποίο έπαιζα στη γειτονιά, είναι Ροδίτης ο Σκαρτάδος από την Παλιά Πόλη από το μικρό σιντριβάνι, την Πλατεία Εβραίων Μαρτύρων. Είμαστε της ίδιας ηλικίας, μαζί μεγαλώσαμε, εκείνος είχε πάει να παίξει στη Ρόδο, κι εγώ στο Διαγόρα. Πετούσαμε τη τσάντα μόλις γυρνούσαμε από το σχολείο και πηγαίναμε στην αλάνα.

Ο Διαγόρας τότε έπαιζε στην Α΄ Εθνική κατηγορία, κι ο κόσμος του τον ακολουθούσε παντού! 
Έζησα τις καλές εποχές του Διαγόρα. Τότε που μπαίναμε στο γήπεδο και είχε από 5.000 έως 7.000 κόσμο να μας αποθεώνει και να μας ακολουθεί και στα εκτός έδρας παιχνίδια γιατί η ομάδα του Διαγόρα ήταν πολύ ισχυρή στην έδρα της και έπαιζε και εκτός έδρας καλή μπάλα και είχε πολλούς οπαδούς του Διαγόρα εκτός έδρας που έρχονταν να μας δουν. Από το 1978 έως το 1989 δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις υπόλοιπες ομάδες της Α΄ Εθνικής. Για τρείς συνεχόμενες  χρονιές, από το 1986 παίζαμε στην Α΄ Εθνική Κατηγορία με πρόεδρο τον Αντώνη Γεωργιάδη και γενικό αρχηγό τον Παντελή Χαππίπη ο οποίος ήταν για 50 χρόνια το λύσε και το δέσε της ομάδας του Διαγόρα γιατί ο Διαγόρας ήταν μια ομάδα που όταν έβαζες τη φανέλα του, το κόκκινο και το γαλανό, δεν ήθελες να βάλεις άλλη φανέλα γιατί θαρρείς και σου αλλάζανε το αίμα! Και η διοίκηση ήταν τόσο αφοσιωμένη που έλεγε «Θεέ μου, ο Διαγόρας να πάει καλά και μετά το σπίτι μας», τόσο αφοσιωμένοι ήταν προς την ομάδα.

Έζησες την ωραία ζωή του ποδοσφαίρου τότε, αλλά δεν άφηνες και τίποτα άλλο να πάει χαμένο!
Έκανα και λίγο άσωτη ζωή, τα ζησα όλα. Και το λάιφ στάιλ και τις τηλεοράσεις… Τη σαιζόν 1986-87 είχαμε κερδίσει 2-0 τον Παναθηναϊκό μέσα στην έδρα μας και είχα βάλει το πρώτο γκολ. Ήταν Σάββατο και την Τετάρτη ο Παναθηναϊκός έπαιζε με τη Γουβέντους στο Τορίνο και προκρίθηκε. Ο αγώνας που έδωσαν στη Ρόδο ήταν γι αυτούς πολύ σημαντικός για την ψυχολογία τους, αλλά εμείς στην έδρα μας ήμασταν πολύ δυνατοί.

Σε επέλεξαν να διαφημίσεις και αθλητικά είδη, ήσουν το πρόσωπο για τα Patrick και τα ανδρικά Sisley!
Διαφήμισα τα αθλητικά είδη «Patrick», κι έκανα και μία διαφήμιση για την αμερικάνικη εταιρεία «Sisley» για τα ανδρικά ρούχα. Οι Αμερικάνοι έψαχναν το μεσογειακό, το μελαχρινό, τους είπαν για έναν ποδοσφαιριστή του Διαγόρα που ζούσε στη Ρόδο, ήρθαν στο γήπεδο και με είδαν, τους άρεσα, συμφωνήσαμε…

Φωτογραφήσεις, φώτα, προβολείς, είχες όλο το ενδιαφέρον των γυναικών, κι όχι τότε μόνο, αλλά και στα χρόνια πριν.  Λένε ότι εσύ είχες το μεγάλο κύμα των τουριστριών να σε κυνηγάει, κι ό,τι απέμενε μοιράζονταν οι άλλοι. Ο Τάκης ο Χρυσοβέργης ο «Θεός» όπως ήταν γνωστός ο Dj, έχει πει δημοσίως από χρόνια πως είχαν τα πράγματα τότε…
Ακόμα τώρα έρχονται γυναίκες και με ψάχνουν από τη Σκανδιναβία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Γαλλία. Τότε ο Τάκης ήταν στη disco Ηiway που ήμουνα θαμώνας, εκτός Παρασκευής και Σαββάτου που έπρεπε να είμαι στο σπίτι και να κρατάω δυνάμεις για το παιχνίδι της Κυριακής. Ερχόντουσαν πάνω μου, το μελαχρινό άρεσε στις γυναίκες. Και είναι κάτι που δεν το ΄χω ξαναπεί, αυτό των παντρεμένων γυναικών, αλλά ήταν ένα σημαντικό κομμάτι που μ΄ έφερνε σε δύσκολη θέση γιατί ήξερα τους άντρες τους. Ποτέ δεν έδινα όμως αφορμές για σχόλια, ειδικά με παντρεμένες γυναίκες.

Αυτό είναι… δύσκολο κομμάτι, ακόμα και τώρα που θα διαβάζουν αυτή τη συνέντευξη! Έχουν γυριστεί ντοκιμαντέρ όπως οι «Κολοσσοί του έρωτα», έχουν έρθει τηλεοπτικά κανάλια να παρουσιάσουν τα γεγονότα εκείνης της εποχής, ο Αντένα σε κυνηγούσε πάλι, πού πήγαινες τότε, πού σύχναζες;
Εγώ πήγαινα στη disco Mike΄ς που ήταν απέναντι από την Aquarius, εκεί πηγαίναν οι καλοί… γαμπροί. Κι έρχονταν και οι επιλεγμένες γυναίκες, οι καλές Ολλανδέζες, Γερμανίδες, Αυστριακές και Ελβετίδες. Αυτές οι εθνικότητες ήταν για μένα το top, αλλά σαν την ελληνίδα δεν υπάρχει. Σήμερα οι Ελληνίδες έχουν βελτιώσει ακόμα πιο πολύ την εμφάνισή τους, είναι καλλίγραμμες και θερμές στο ταμπεραμέντο. Η Ελληνίδα είναι η ωραιότερη γυναίκα του πλανήτη τώρα.

Το διάσημο μοντέλο με το οποίο ήσουνα, η Βραζιλιάνα;
Ήμουν τότε 20 χρονών, κι αυτή 27, μια Βραζιλιάνα που έμενε στην Ελβετία, πάμπλουτη κι ερχόταν κάθε μήνα για τέσσερις μέρες. Θυμάμαι όταν είχε πει τότε στη μάνα μου την Αννούλα «θα τον πάρω μαζί μου στην Ελβετία», η μάνα μου γύρισε και μου είπε: « Ή εγώ ή αυτή….»! Εκείνη ήθελε να μένουμε έξη μήνες εδώ, κι έξη στην Ελβετία, ήταν και ωραία, κι είχε λεφτά… Δεν διάλεξα τα λεφτά, διάλεξα τη μανούλα μου, την υπεραγαπούσα.

Πάντως ελληνίδες, ξένες, πρέπει να σε ερωτεύτηκαν πάρα πολλές!
Πάρα πολλές και συνάμα ήταν πολλές γυναίκες που ήθελαν να κάνουν παιδί μαζί μου, και μου λέγανε ότι δεν θα με επιβαρύνανε οικονομικά για το παιδί. Τους έλεγα μπαμπάς θα γίνω με τη γυναίκα που θα ερωτευτώ και θα παντρευτώ. Έζησα έντονη ζωή, αλλά χωρίς καταχρήσεις, χωρίς αλκοόλ, χωρίς τσιγάρο, με καλή διατροφή και μέχρι σήμερα το ίδιο κάνω.

Έχω ακούσει περιστατικά, αλλά θέλω να πεις εσύ τι έκαναν οι γυναίκες για σένα;
Ένα θα σου πω μόνο. Ερχόμασταν από προετοιμασία στην Αυστρία και στο αεροδρόμιο του Ελληνικού έφυγα από την πίσω πόρτα. Εκείνη την ημέρα με περίμεναν τρεις γυναίκες στην έξοδο, δεν είδα καμιά. Άλλες έπαιρναν το αεροπλάνο για να ΄ρθουν για καφέ στη Ρόδο και να φύγουν πίσω στη χώρα τους το βράδυ.

Παντρεύτηκες Ελληνίδα, Ροδίτισσα!
Παπούτσι από τον τόπο σου. Ελληνίδα και Ροδίτισσα. Το πιο ωραίο ήταν σ΄ ένα παιχνίδι στη Βόρειο Ελλάδα, το τελευταίο του πρωταθλήματος που είπα τότε στο γραμματέα της ομάδας να μου βγάλει εισιτήριο από Αθήνα για Μυτιλήνη. Τότε σπούδαζε εκεί η μελλοντική μου γυναίκα και την πήρα και πήγαμε στην Τουρκία διακοπές οι δυό μας, σε κάτι διακοπές που μου ΄χουν μείνει αξέχαστες. Αυτή τη γυναίκα την ερωτεύτηκα, και σήμερα είναι η μεγάλη μου αγάπη. Στα οκτώ χρόνια του γάμου μας ήμουν μονογαμικός, αλλά κανένας δεν το πίστευε αυτό. Ήταν αλήθεια όμως. Η κόρη μου είναι 22 ετών σήμερα, κι είναι κι αυτή μοντελάκι σαν τον μπαμπά της. Τώρα είμαι ερωτευμένος με την κόρη μου και περήφανος γι αυτήν.

Θα μπορούσες να κάνεις πολλά λεφτά, να κάνεις μεταγραφές, να εκμεταλλευτείς περισσότερο τη δημοσιότητα που είχες!
Το 1979 με ζήτησε η «Ρόδος» και η διοίκηση της ομάδας μου είπε «όχι». Από τότε με ζήτησαν πολλές ομάδες. Ακόμα και το 2001με ζήτησε «Πιερικός» και η «Κόρινθος» και πάλι είπαν «όχι». Το 1985 είχα υπογράψει συμβόλαιο και δελτίο στον ΠΑΟΚ, θα παίζαμε μαζί με το Γιώργο Σκαρτάδο τον παλιό μου φίλο, κι εκεί πάλι έφερε αντίρρηση ο Διαγόρας και τότε τα ανταλλάγματα που έδινε ο ΠΑΟΚ ήταν πολύ καλά. Υπήρξα και λίγο άτυχος, το 1983 που έληγε το συμβόλαιό μου με τον κανονισμό Μπόσμαν έπαιξα 12 χρόνια «τζάμπα». Άλλους τους έδιναν και δανεικούς, εμένα λέγανε «όλους τους παίρνετε αυτόν όχι…»! Ήμουν βαρόμετρο για την ομάδα. Ο κ. Χαππίπης έλεγε «όλους τους παίρνετε αυτόν όχι». Ήμουν καλό εργαλείο για το Διαγόρα.

Τι θέση έπαιζες;
Παντού, ήμουν πασπαρτού, το κλειδί που κάνει για όλες τις πόρτες. Όπου μ΄ εβαζε ο προπονητής ήξερε ότι θα παίξω.

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι απ΄ τη ζωή σου ποιο θα ήταν;
Θα προσπαθούσα να κρατήσω την οικογένειά μου ενωμένη και εννοώ κοντά μου τη γυναίκα μου και το παιδί μου που είναι για μένα το πιο σημαντικό πράγμα. Αντίθετα είχα μια ανέμελη ζωή και τελικά τα ΄χασα όλα. Το μόνο που μου απέμεινε στην καρδιά μου μέσα είναι ότι είχα δύο πατεράδες, δύο μανάδες που τον καθένα τους αγαπάω με διαφορετικό τρόπο, αλλά η μεγάλη μου αγάπη είναι η κόρη μου η Μαρία, που είναι μία.

Μου έδωσες μια καταπληκτική συνέντευξη γιατί είχες μια καταπληκτική ζωή!
Και χλίδες, και σαλόνια, και δημοσιότητα και φτώχεια, και έρωτες και μοναξιές και μέχρι τώρα… Κι ακόμα βλέπουμε τι θα μας ξημερώσει αύριο.

Πηγή : Ρόδος: Ο μαύρος που δόξασαν τα γήπεδα και ερωτεύτηκαν οι γυναίκες | Η ΡΟΔΙΑΚΗ http://www.rodiaki.gr/article/309940/rodos-o-mayros-poy-doxasan-ta-ghpeda-kai-erwteythkan-oi-gynaikes#ixzz3ZxkpCn7Y
Follow us: @irodiaki on Twitter | efimeridarodiaki on Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s